Για Ραντεβού καλέστε μας στο HTML5 Icon 23102 705 42


ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Η Μαιευτήρας – Χειρουργός - Γυναικολόγος Γκανίδου Μαρία, εφαρμόζοντας έγκυρες επιστημονικές μεθόδους μπορεί να σας δώσει την ιδανική λύση για την επίτευξη μιας εγκυμοσύνης.

Η Μαιευτήρας - Χειρουργός -  Γυναικολόγος Γκανίδου Μαρία, εφαρμόζοντας έγκυρες και σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους είναι σε θέση να σας δώσει την ιδανική λύση για την επίτευξη μιας εγκυμοσύνης.

ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Ως υπογονιμότητα ορίζεται η αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει κλινική εγκυμοσύνη μετά από ένα χρόνο, ή περισσότερο, φυσιολογικής σεξουαλικής ζωής. Η υπογονιμότητα δε μπορεί να ταξινομηθεί σε κάποια κατηγορία ως μια νόσος, αφού έχει ελάχιστα συμπτώματα και λίγες δοκιμασίες είναι παθογνωμονικές. Καθώς όμως ο στόχος της θεραπείας είναι απόλυτος, δηλαδή η  γέννηση ενός παιδιού, σπάνια υπάρχει η αίσθηση της βελτίωσης της κατάστασης. Το ζευγάρι αντιμετωπίζει το χρόνο ως εχθρό και συχνά έχει την αίσθηση της προσωπικής απώλειας και της σύγχυσης.
 
Στο γενικό πληθυσμό, η σύλληψη μπορεί να συμβεί στο 84% των γυναικών κατά τον πρώτο χρόνο και στο 92 % μέσα σε ένα χρονικό διάστημα δύο χρόνων από την έναρξη επαφών. Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν ότι ένα ποσοστό 10%-15% των ζευγαριών, στις δυτικές κοινωνίες, βιώνουν το πρόβλημα της υπογονιμότητας.

ΑΙΤΙΑ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

Η γονιμότητα ενός ζευγαριού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να αξιολογηθούν επακριβώς μόνο από τον εξειδικευμένο Γυναικολόγο.
 
Η υπογονιμότητα μπορεί να οφείλεται τόσο στον άνδρα, όσο και στη γυναίκα, ή και σε συνδυασμό και των δύο. Γι’ αυτό και η προσέγγιση στην εκτίμηση της υπογονιμότητας ενσωματώνει πάντοτε και τα δύο μέλη του ζευγαριού.
Η ηλικία της γυναίκας, βέβαια, αποτελεί βασικό προγνωστικό παράγοντα γονιμότητας. Καθώς αυξάνεται η ηλικία της γυναίκας, η πιθανότητα εγκυμοσύνης μειώνεται, ιδιαίτερα μετά την ηλικία των 35 ετών. Μετά τα 40, οι πιθανότητες μειώνονται σοβαρά και στα 45 έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί.
 
Δεν υπάρχει μία εξέταση που από μόνη της μπορεί να υπολογίσει ή να εκτιμήσει την αναπαραγωγική ικανότητα ενός ζευγαριού.
 
Οι διαγνωστικές εξετάσεις χρησιμεύσουν στον εντοπισμό των πιθανών αιτίων της υπογονιμότητας και πρέπει πάντα να αξιολογούνται στα πλαίσια μιας ευρύτερης κλινικής αξιολόγησης του ζευγαριού

ΣΠΕΡΜΑΤΕΓΧΥΣΗ

Συστήνεται σε ζευγάρια με ανεξήγητη υπογονιμότητα. Διακρίνεται σε ομόλογη σπερματέγχυση όταν χρησιμοποιείται σπέρμα του συζύγου/συντρόφου και σε ετερόλογη όταν χρησιμοποιείται σπέρμα δότη.

Απαραίτητες προϋποθέσεις για να υποβληθεί μια γυναίκα σε σπερματέγχυση είναι η καλή βατότητα των σαλπίγγων (φυσιολογικά ευρήματα στη σαλπιγγογραφία).

Η σπερματέγχυση μπορεί να γίνει στο φυσικό κύκλο της γυναίκας. Προκειμένου να αυξηθούν τα ποσοστά επιτυχίας, μπορεί να προκληθεί ήπια φαρμακευτική διέγερση των ωοθηκών, με στόχο να παραχθούν 2 με 3 ωοθυλάκια.

Η παρακολούθηση του κύκλου γίνεται με υπερηχογραφήματα και την ημέρα της ωορρηξίας, γίνεται ειδική επεξεργασία του σπέρματος (εμπλουτισμός σπέρματος) το οποίο στη συνέχεια τοποθετείται, χωρίς αναισθησία, μέσα στη μήτρα με έναν λεπτό, εύκαμπτο καθετήρα.

ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ

Ως υποβοηθούμενη αναπαραγωγή ή τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ART - Assisted Reproductive Technology) ορίζεται κάθε θεραπεία ή μέθοδος που περιλαμβάνει εξωσωματικό χειρισμό ωαρίων, σπερματοζωαρίων ή εμβρύων και χρησιμοποιείται με σκοπό την επίτευξη εγκυμοσύνης. Η πιο διαδεδομένη μέθοδος είναι η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF), η οποία αφορά τη λήψη ωαρίων, τη γονιμοποίηση στο εργαστήριο και την ενδοκολπική μεταφορά των εμβρύων στη μήτρα (εμβρυομεταφορά).

Κατά την τελευταία δεκαετία παρατηρήθηκε αυξημένη ζήτηση αντιμετώπισης της υπογονιμότητας με τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, χωρίς ωστόσο, να έχει παρατηρηθεί αντίστοιχη αύξηση του ποσοστού υπογονιμότητας παγκόσμια. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι οι διάφορες τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής έχουν γίνει ευρύτερα διαθέσιμες από ότι στο παρελθόν.

ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗ

Η ενδομητρίωση είναι μια καλοήθης νόσος που επηρεάζει πολλές γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Είναι η παρουσία και ανάπτυξη ενδομητρικού ιστού (βλεννογόνου που επενδύει την κοιλότητα της μήτρας) σε περιοχές και όργανα που είναι εκτός της μήτρας, όπως το πυελικό περιτόναιο (κάλυμμα του εσωτερικού της κοιλίας), οι ωοθήκες, οι σάλπιγγες, το παχύ και το λεπτό έντερο και σπανιότερα άλλα όργανα.
 
Τα ακριβή αίτια της νόσου δεν είναι απολύτως γνωστά. Θεωρείται ότι ενδεχόμενα υπάρχει μια γενετική προδιάθεση. Μία θεωρία αναφέρει ότι η ενδομητρίωση μπορεί να δημιουργείται ή να αυξάνεται με την παλινδρόμηση της περιόδου μέσω των σαλπίγγων και την εμφύτευσή της από το εσωτερικό της μήτρας στο εσωτερικό της κοιλιάς.
 
Οι έκτοπες εστίες του ενδομητρίου δεχόμενες τα ορμονικά ερεθίσματα του κύκλου αιμορραγούν κατά τη διάρκεια της περιόδου.
 
Η ενδομητρίωση μπορεί να προκαλεί πόνο κατά την περίοδο (δυσμηνόροια), πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή (δυσπαρεύνεια) ή και άτυπο πόνο σε διάφορες φάσεις του κύκλου της περιόδου και σε διάφορες δραστηριότητες της γυναίκας (χρόνιος πόνος πυέλου). Επιπλέον, η ενδομητρίωση μπορεί να προκαλέσει συμφύσεις στις σάλπιγγες και γενικότερα στην κοιλιακή χώρα και κύστεις ωοθηκών (ενδομητρίωμα).
 
Τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης συνεπώς μπορεί να είναι πόνος, αιμορραγία, και υπογονιμότητα.
Πολλές φόρες ακόμη και εκτεταμένη ενδομητρίωση μπορεί να διαφύγει της διάγνωσης λόγω της απουσίας σημαντικών συμπτωμάτων.
 
Η ενδομητρίωση είναι συχνό πρόβλημα στις γυναίκες και αφορά περίπου το 10%-20% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας ενώ σε υπογόνιμες γυναίκες μπορεί να βρίσκεται σε 15%-40%.
 
Το ιστορικό, η γυναικολογική εξέταση, ο υπερηχογραφικός έλεγχος με τον οποίο εντοπίζονται οι κύστεις εντός της πυέλου, σε συνάρτηση με τα συμπτώματα της νόσου, αποτελούν την αρχή για τη διάγνωσή της. Η τελική όμως διάγνωση γίνεται λαπαροσκοπικά με λεπτομερή επισκόπηση των κοιλιακών οργάνων και την ιστολογική εξέταση, μετά από βιοψία, εστιών ενδομητρίωσης.

ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ (IVF)

Η εξωσωματική γονιμοποίηση έχει τελικό στόχο την επίτευξη κλινικής εγκυμοσύνης με τη μεταφορά ενός ή περισσοτέρων εμβρύων στη μήτρα της γυναίκας.
 
Για το σκοπό αυτό, αρχικά η γυναίκα υποβάλλεται σε φαρμακευτική αγωγή, ώστε να αναπτυχθούν στις ωοθήκες πολλά ωοθυλάκια, καθένα από τα οποία περιέχει ένα ωάριο. Όταν τα ωοθυλάκια αυτά φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος, ακολουθεί η διαδικασία της ωοληψίας, κατά την οποία τα ωάρια, που βρίσκονται μέσα στα ωοθυλάκια, λαμβάνονται με μια λεπτή βελόνα. Στη συνέχεια τα ωάρια θα γονιμοποιηθούν στο εργαστήριο με το σπέρμα του συζύγου και τα έμβρυα που θα προκύψουν από την ένωση ωαρίου - σπερματοζωαρίου θα μεταφερθούν στη μήτρα μερικές μέρες αργότερα (ημέρα εμβρυομεταφοράς).
 
Όμως, τα έμβρυα που προκύπτουν από εξωσωματική γονιμοποίηση δεν έχουν πάντοτε την επιθυμητή ποιότητα. Επομένως, για να έχουμε δυνατότητα επιλογής, χρειάζεται να διαθέτουμε αρκετά έμβρυα, που θα προκύψουν από γονιμοποίηση περισσότερων του ενός ωαρίων. 
 
Για να έχουμε περίσσεια ωοθυλακίων (επομένως και ωαρίων) εφαρμόζουμε τα φαρμακευτικά σχήματα (πρωτόκολλα) ελεγχόμενης διέγερσης της λειτουργίας των ωοθηκών, με σκοπό την πολλαπλή ανάπτυξη ωοθυλακίων.
 
Τα φάρμακα που χορηγούμε για την εξωσωματική γονιμοποίηση είναι ανάλογα φυσικών ορμονών με σκοπό να δημιουργήσουμε έναν φαρμακευτικά ελεγχόμενο γεννητικό κύκλο. Τα κυριότερα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό είναι:
  1. Τα ανάλογα της GnRH (GnRHa) (αγωνιστές ή ανταγωνιστές)
  2. Οι γοναδοτροπίνες
  3. Η χοριακή γοναδοτροπίνη
  4. Η προγεστερόνη
  5. Άλλα φάρμακα (οιστρογόνα, κορτιζόνη, ασπιρίνη, ηπαρίνη χαμηλού μοριακόυ βάρους κ.α.)

Το σύνδρομο υπερδιέγερσης των ωοθηκών (OHSS) είναι παρενέργεια της ελεγχόμενης διέγερσης των ωοθηκών. Παρατηρείται σε πολύ μικρό ποσοστό γυναικών που εντάσσονται στο πρόγραμμα και στην πλειονότητα των περιπτώσεων μπορεί πλέον να προληφθεί, αλλά και όταν εκδηλωθεί αντιμετωπίζεται με φαρμακευτική αγωγή.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ο κίνδυνος απώτερης ανάπτυξης καρκίνου ωοθήκης, μήτρας ή μαστού είναι ακριβώς ο ίδιος με εκείνον του γενικού πληθυσμού, όπως δείχνουν όλες ανεξαιρέτως οι μεγάλες διεθνείς επιδημιολογικές μελέτες.